|
"Άξιον Εστί" |
|
|
|
15.05.09 |
Γράφει ο Μανώλης Παπαδόπουλος
"Μνήμη είναι η ιθαγένεια.
Χωρίς τη μνήμη
δεν υπάρχει τίποτε.
Κι ας λένε.
Μόνο όταν θυμάσαι,
υπάρχεις στ' αλήθεια.
Και μόνο όταν υπάρχεις
στ' αλήθεια, είσαι
στ' αλήθεια ελεύθερος.
Ελευθερία μονάχη είναι
η μνήμη μας.
Αλίμονο, αν τη στερηθούμε...".
Τάσος Λιγνάδης
"Το Άξιον Εστί του Ελύτη"
(Κριτική ανάλυση)
Το "Άξιον Εστί" -ποίηση και μουσική- αποτελεί ένα μεγαλειώδες έργο μνήμης και ιστορικής αναγκαιότητας. Η μορφοποίηση της μουσικής του μοιάζει να πηγάζει αβίαστα από τον πολύτιμο ποιητικό λόγο του Οδυσσέα Ελύτη. Στους ήχους του η παράδοση (το υμνογραφικό ύφος ερμηνεύει την "Γέννησιν", ο ψαλμός το λαϊκό τραγούδι, ο ευαγγελικός μελισμός τα "Πάθη" και η δοξολογία το "Δοξαστικό") σμίγει αρμονικά με τη "σημερινή" πραγματικότητα, ενσωματώνοντας συνάμα και συνοψίζοντας ό,τι πιο αληθινά ελληνικό υπάρχει μέχρι σήμερα. Το "Άξιον Εστί" είναι πια ένα ιστορικό φαινόμενο και για την ελληνική ποίηση και για την ελληνική μουσική.
Ο Οδυσσέας Ελύτης άρχισε να γράφει την ποιητική σύνθεση του "Άξιον Εστί" το Νοέμβριο του 1950 στο Παρίσι. Το έργο θα τελειώσει το 1959. Θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο τον Μάρτιο του 1960, σε 800 αντίτυπα για το εμπόριο, με μια λιθογραφία, εκτός κειμένου, του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη και με εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από το ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Ο Μίκης Θεοδωράκης άρχισε να συνθέτει τη μουσική την άνοιξη του 1961. Το Μάρτιο του 1964 θα αρχίσει η ηχογράφηση του μελοποιημένου έργου που έχει την αισθητική, τη δομή και τη μορφολογία ενός λαϊκού ορατόριου.
Η πρώτη παρουσίαση
Πραγματοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο Θέατρο Κοτοπούλη (Ρεξ).
Το δέμα που φθάνε την άνοιξη του '61 σε ένα παρισινό σπίτι (οδός Fontaine au roi) που κατοικείται από Έλληνες, περιέχει ένα από τα ωραιότερα ποιητικά έργα που έχουν ποτέ γραφτεί, το "Άξιον Εστί". Αποστολεύς o Οδυσσέας Ελύτης, παραλήπτης ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο μουσικός ανοίγει το βιβλίο, αρχίζει να διαβάζει και ... "Το βράδυ είχα προσχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη: Τη Γέννεση και τα Πάθη. Στο ποίημα ενυπήρχε ήδη η μουσική...". Θα περάσουν τρία χρόνια έως ότου το έργο ολοκληρωθεί και γίνει η ηχογράφησή του, τον Μάρτιο του 1964.
Απαγόρευση
Το "Άξιον Εστί" είχε αρχικά συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών. Η τότε κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου επεμβαίνει και απαγορεύει τη συμμετοχή του έργο με το αιτιολογικό ότι δεν είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα του Ηρωδείου. Προτείνεται ως λύση το Παναθηναϊκό Στάδιο. Ο Μίκης Θεοδωράκης αρνείται. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η ευκαιρία να ανεβεί το έργο στο πλαίσιο των εορτών της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Αλλά η ίδια ατυχία ακολούθησε το έργο και τη Βόρειο Ελλάδα.
Τελικά το ανέβασμά του πραγματοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο θέατρο Κοτοπούλη (Ρεξ) σε μια ενθουσιώδη ατμόσφαιρα (από την οποία δεν έλειπε βέβαια και η πολιτική χροιά) υπό τη διεύθυνση του συνθέτη και την παρουσία του ποιητή. (Αφηγητής: Μάνος Κατράκης, λαϊκός τραγουδιστής: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, βαρύτονος: Θεόδωρος Δημήτριεφ, συμμετοχή Μικρής Ορχήστρας Αθηνών και Μικτής χορωδίας Θάλειας Βυζαντίου).
Τρία μέρη
Το έργο, που ο συνθέτης αποκάλεσε λαϊκό ορατόριο, διαιρείται σε τρία μέρη: η Γένεσις, τα Πάθη, το Δοξαστικό. Η διάρκειά του είναι μια ώρα και δέκα λεπτά και αποτελεί το 1/5 περίπου του ποιητικού έργου.
Η Γένεσις
Περιεχόμενο της Γενέσεως είναι η γέννηση του Ενός και συγκεκριμένου ανθρώπου και η δημιουργία του Κόσμου, μέσα στον οποίο θα γίνει ο θαυμαστός συνδυασμός που θα πλάσει τον ποιητή. Παίρνει τη φυσιογνωμία ενός τοπίου με συγκεκριμένη ιθαγένεια. Είναι το λίκνο, ο χώρο ο δημιουργικός, που θα διαπλάσει ένα συγκεκριμένο ανάλογο πλάσμα ψυχής: τον ποιητή που θα τον εκφράσει. Χωρίς αυτόν δεν υπάρχει ουσιαστικά κόσμος (αρμονία), αλλά μια βουβή εκτύλιξη φυσικών φαινομένων. Η μοίρα του ποιητή (ατομικό) ταυτίζεται με τη μοίρα του Έθνους του (γενικό) σε ένα συγκεκριμένο χώρο και σε ένα συγκεκριμένο, άσχετο από τις ιστορικές φάσεις του, χρόνο. Αποστολή της Γενέσεως είναι ένα μαρτυρικό αγώνισμα, το ατομικό, να εκφράσει το γενικό να προσλάβει το δραματικό μύθο του ατομικού. Κι έτσι, ο μικρός αυτός κόσμος να αποκαλύψει την αίγλη του αιωνίου. Ο κόσμος ο μικρός είναι δυνάμει ο μέγας κόσμος.
Τα Πάθη
Στα Πάθη ισχύει το αυτό σχήμα. Το ατομικό εκφράζει το γενικό, το γενικό εντάσσεται στα όρια του ατομικού. Ο ποιητής εκφράζει την εποπτεία του λαού του.
Ο μύθος των Παθών έχει συγκεκριμένα, βέβαια, χρονικά πλαίσια, μία "ιστορικότητα", δηλαδή (ο Πόλεμος στην Αλβανία, η Νίκη, η Κατοχή, η Απελευθέρωση). Κι εδώ όμως προκύπτει η ίδια αντιστοιχία. Το γενικό εντάσσεται στην ατομική, στην κατ' ιδίαν ζωή του ποιητή και αξιολογείται. Η διάκριση των δύο στοιχείων από την άποψη της θεματικής δομής γίνεται σαφέστερη με το χωρισμό των Παθών σε Αναγνώσματα, Ψαλμούς και Άσματα. Στα πρώτα (πεζά) η ιστορική αφήγηση (επικό στοιχείο) έχει ως υποκείμενο την ανθρώπινη ομάδα (έθνος) και κορυφώνεται σε μια πανανθρώπινη ενατένιση (Προφητικόν). Τα αναγνώσματα περιγράφουν γεγονότα, ιδέες, εξιστορούν ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός (1940 - 1944). Στους Ψαλμούς εξαίρεται περισσότερο το ατομικό. Υποκείμενο δραματουργικό και συντακτικό συνάμα των Ψαλμών είναι χαρακτηριστικότατα το εγώ. Ο ποιητής αφηγούμενος τα πάθη του λαού του εξομολογείται τα πάθη της προσωπικής του ιστορίας, είτε αυτή είναι φάση της εθνικής περιπέτειας (πόλεμος) είτε ενός καθημερινού βασανιστικού βιώματος.
Τα Άσματα εκφράζουν κάτι οπωσδήποτε καθολικότερο, ομαδικότερο. Είναι η χορική στιγμή της συνθέσεως. Τα θέματά τους υπακούουν όχι μόνο σε μια συγκροτημένη στιχουργική έκφραση, αλλά και σε σαφή διάκριση του περιεχομένου των.
Το Δοξαστικόν
Το τρίτο μέρος (Δοξαστικόν) είναι ένα μεγαλυνάριο, στο οποίο κορυφώνεται δοξαστικά η όλη σύνθεση. Παρά τη σαφώς διακρινόμενη αυτοτέλειά του, η ουσιώδης σχέση συνδέσεως προς τα προηγούμενα είναι ο δοξαστικός ύμνος του μικρού κόσμου, που τη Γένεση και τα Πάθη του την τραγούδησε πριν. Δηλαδή, το τρίτο μέρος κορυφώνει δραματουργικά την αυτόχρημα θρησκευτική και τελετουργική αντίληψη του μυστηρίου της ζωής: Γέννηση - Πάθος, Θάνατος - Ανάσταση, Αθανασία.
Στο μέρος αυτό ο ποιητής μεγαλύνει, δοξάζει τα συγκεκριμένα καθημερινά "πράγματα", κυρίως εκείνα που σφράγισαν αυτό που θα ονόμαζε "ζωή του". Να ζεις από κοντά, ερωτικά, ό,τι γεννιέται και ό,τι χάνεται, ό,τι είναι τώρα και δεν θα είναι ύστερα από λίγο, να νιώσεις την εσωτερική λειτουργία αυτής της φαινομενικής ροής, είναι μια θέση και ένα αιώνιο είναι. Ο ποιητής ζώντας τις φευγαλέες στιγμές της ζωής των πραγμάτων συλλαμβάνει και εκφράζει με απόλυτη κατάφαση και με ύφος αναστάσιμο αυτό το αιώνιο είναι. Υμνεί την Ελλάδα, την Ποίηση, την Αιωνιότητα, προϋποθέτοντας ότι έχει συλλάβει μέσα του το μυστήριό τους, εφ' όσον έζησε γνήσια, δηλαδή κοντά στην εσωτάτη σάρκα, στις αποκαλυπτικές "λεπτομέρειες" των πραγμάτων, που περιέχουν το νόημα της ζωής.
Μνημειώδες έργο
Μιλώντας σήμερα για το "Άξιον Εστί", περίπου τριάντα έξι χρόνια από τότε που πρωτοδημοσιεύθηκε, προσεγγίζουμε ένα από τα μνημειώδη έργα της νεότερης Ελληνικής Γραμματείας. Το έργο έχει απασχολήσει εν εκτάσεις την ελληνική αλλά και την ξένη κριτική (είναι το πιο πολυμεταφρασμένο έργο του Ελύτη, ιδίως μετά το βραβείο Nobel του 1979). Ταυτόχρονα έχει γίνει προσφιλές στο ευρύ κοινό με τη βοήθεια της μελοποίησης αποσπασμάτων του από τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και μέσα από διαδικασίες που έχουν να κάνουν με τις περιπέτειες του ελληνικού δημόσιου βίου κατά τις τελευταίες δεκαετίες.
Αναμφισβήτητα η εκτενής αυτή ποιητική σύνθεση του Ελύτη έρχεται να προστεθεί σε ανάλογες μεγαλόπνοες ποιητικές συνθέσεις της Ελληνικής ποίησης του αιώνα μας, όπως "Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου" του Κωστή Παλαμά ή "Ο Πρόλογος στη ζωή" του Άγγελου Σικελιανού. "Το Άξιον Εστί" δεν ανήκει στην κατηγορία των έργων εκείνων που αλλάζουν την ποιητική έκφραση ή ανοίγουν καινούριους εκφραστικούς δρόμους. Δεν είναι έργο πρωτοπορίας, αλλά μια ευτυχής στιγμή αυστηρά μελετημένης σύλληψης και εκτέλεσης. Είναι και πιστεύω πως θα παραμείνει για πάρα πολλά χρόνια ακόμη, η τολμηρότερη και πιο φιλόδοξη ποιητική σύνθεση που έχει να επιδείξει ποίηση στην Ελλάδα.
|
|